Ομιλία Α. Τόλκα για το νόμο περί ευθύνης υπουργών. Ολομέλεια της Βουλής 12-04-11

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Όλοι μας παραδεχόμαστε πως το ισχύον καθεστώς της ιδιότυπης «προστασίας» που απολαμβάνουν οι Υπουργοί περιλαμβάνει διατάξεις που είναι προκλητικές για τους πολίτες αλλά κυρίως πλήττουν την ισονομία. Δεν μπορεί κανείς να κρύβεται πίσω από την ασυλία και την προκλητικά σύντομη παραγραφή. Ακόμα και σήμερα η δικαιοσύνη και η πολιτική ζωή ταλαιπωρούνται από πρόσφατες υποθέσεις πρώην Υπουργών.

Δεν είναι μόνο οι οικονομικές συνέπειες των αξιόποινων πράξεων που τελέσθηκαν αλλά και η κρίση εμπιστοσύνης που επιφέρουν ανάμεσα στον πολιτικό κόσμο και τους πολίτες.

Και για αυτούς τους λόγους το αίτημα της κοινωνίας για τιμωρία όσων καταχράστηκαν το δημόσιο συνεχίζεται με την ίδια  αμείωτη ένταση.

Το σημερινό νομοσχέδιο αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προόδου για τη δημοκρατία μας. Στην πρωτοβουλία της Κυβέρνησης μας για αλλαγή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών αξίζουν συγχαρητήρια. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, που διασφαλίζουν τη διαφάνεια στο δημόσιο βίο, την αξιοπιστία της πολιτικής και την εμπιστοσύνη των πολιτών μας βρίσκουν απολύτως σύμφωνους. Και είναι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που τολμά να βγάλει αυτό το αγκάθι από το πολιτικό μας σύστημα. Σε αυτήν την προσπάθεια – η οποία είναι μόνιμη – είμαστε όλοι υποστηρικτές και οφείλουμε όλοι να λογοδοτούμε για τις πράξεις και τις παραλείψεις μας απέναντι στους πολίτες. Είναι το σύνολο των μελών του Κοινοβουλίου, με πρώτους τους Υπουργούς και τους βουλευτές, που πρέπει να σηκώσουμε τη σημαία της διαφάνειας, της ισονομίας και της ισοπολιτείας, που πρέπει να σπάσουμε το απόστημα της απαξίωσης.

Το νομοσχέδιο που συζητούμε κινείται προφανώς μέσα στα όρια των αλλαγών που επιτρέπει το αρθρ. 86 του Συντάγματος. Παρόλα αυτά οι αλλαγές που προτείνονται είναι σημαντικές, όπως για παράδειγμα η συγκρότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου πριν από τη σύσταση της προανακριτικής Επιτροπής της Βουλής. Στην περίπτωση αυτή υποστηρίζονται με νομική  αρτιότητα όλες οι διαδικασίες που οδηγούν υπόλογα πολιτικά πρόσωπα σε δίκη ή απαλλαγή. Η νέα δυνατότητα επιβολής περιοριστικών όρων κατά υπουργού αποτελεί σαφώς θετική εξέλιξη και πρόοδο, όπως και η δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης. Η σημαντικότερη όμως αλλαγή που προτείνεται στο παρόν νομοσχέδιο είναι η εξίσωση του χρόνου παραγραφής των αδικημάτων των Υπουργών με το χρόνο παραγραφής που ισχύει για όλους τους πολίτες. Μια αυτονόητη αλλαγή, που μέχρι σήμερα όμως δεν είχε γίνει πράξη από καμιά κυβέρνηση.

Σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, αυτό που πρώτα απ ‘όλα οφείλουμε είναι να εδραιώσουμε με την πράξη μας και το λόγο μας την εμπιστοσύνη, την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και τη διαφάνεια.

Σήμερα δημιουργούμε το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, που θα μας επιτρέψει από τώρα να θέσουμε τις πολιτικές προτεραιότητες για τη συνταγματική αναθεώρηση που καθίσταται αναγκαία για την αντιστοίχηση στις πραγματικές, σύγχρονες και δύσκολες συνθήκες.

Επιπλέον όμως η σημερινή συζήτησή μας πρέπει να αποφύγει μια διπλή παγίδα. Είτε δηλαδή της δήθεν καταγγελτικής ρητορείας κατά του συνόλου του πολιτικού κόσμου είτε της αδράνειας απέναντι σε υπαρκτά προβλήματα και υποθέσεις που σκανδάλισαν και κηλίδωσαν τη δημοκρατία.

Οι δύο αυτοί πόλοι – δηλαδή η δήθεν καταγγελία και η αδράνεια – μοιράζονται μια κοινή, ανομολόγητη επιδίωξη: να πλήξουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία μας, να αποκρύψουν τα πραγματικά αίτια της κρίσης που βιώνουμε, χαϊδεύοντας ταπεινά και συντηρητικά ένστικτα και να αλλοιώσουν δίκαια αιτήματα του λαού.

Το αίτημα να απονέμεται δικαιοσύνη στην ελληνική δημοκρατία σε καθεστώς ισονομίας, ισοπολιτείας και διαφάνειας για όλους είναι δίκαιο.

Το αίτημα να σεβόμαστε το νόμο και να υφιστάμεθα τις συνέπειες ειδικά όσοι υπηρετούμε σε δημόσιες θέσεις (πολιτικοί-δικαστές-δημόσιοι λειτουργοί και πολλοί άλλοι) είναι δίκαιο.

Το αίτημα να μην υπάρχει συντεχνιακή λογική μεταξύ των βουλευτών και των υπουργών, με μια φαιδρή λογική αλληλοκάλυψης της συνενοχής είναι δίκαιο.

Το αίτημα να αποδοθεί δικαιοσύνη για την κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος είναι δίκαιο.

Το αίτημα να μάθουμε όλοι ποιοι ευθύνονται για την κρίση της πολιτικής, αίτημα παγκόσμιο όχι μόνο ελληνικό είναι δίκαιο.

Όμως: η διερμηνεία των παραπάνω δίκαιων αιτημάτων από κατεστημένους πόλους εξουσίας και ΜΜΕ, που εν πολλοίς συμμετείχαν στο μεγάλο φαγοπότι, με τον τρόπο που τους βολεύει είναι απολύτως απαράδεκτο.

Ορισμένοι αυτόκλητοι σωτήρες που με λάσπη και προσωπικές επιθέσεις φιλοδοξούν να αποκαταστήσουν τη χαμένη τιμή του έθνους και της κοινωνίας, όπως οι ίδιοι στρεβλά τη συλλαμβάνουν συνιστούν φαινόμενα απαράδεκτα.

Η ισοπέδωση των πολιτικών απόψεων προκειμένου να αποφευχθεί η συζήτηση για τα δομικά αίτια του προβλήματος, μέσα από μια ακραία συντηρητική, ηθικιστική προσέγγιση είναι απαράδεκτη.

Είναι μια προσέγγιση που δε θα φέρει πίσω τα κλεμμένα, απλά θα προφυλάξει όλους εκείνους που εξακολουθούν να θεωρούν το κράτος στόχο-λάφυρο, παραπλανώντας την κοινωνία και μετατρέποντας διάφορους δημοσιολόγους σε εισαγγελείς.

Ένας νόμος όπως αυτός που προωθούμε δεν επαρκεί από μόνος του για να αντιμετωπιστεί ένα χρονίζον και οικουμενικό πρόβλημα, όπως αυτό της διαφάνειας στην πολιτική και της απονομής δικαιοσύνης στα πολιτικά πρόσωπα. Η δικαιοσύνη και η δημοκρατία απαιτούν διαρκή αγώνα και επαγρύπνηση.

Ο παρών νόμος ωστόσο επιφέρει μια σημαντική τομή, εντός του παρόντος, περιοριστικού συνταγματικού πλαισίου.

Κυρίως όμως φιλοδοξεί να αποτελέσει έμπρακτη απάντηση στα δίκαια αιτήματα της κοινωνίας. Και μέσα από τη συνεπή εφαρμογή του από τους δικαστικούς λειτουργούς και όλους εμάς να φράξει το δρόμο σε όσους υποκλέπτουν την αγωνία του λαού, τη στρεβλώνουν, τη διαστρέφουν και τη χαλιναγωγούν εις βάρος της δημοκρατίας μας, εις βάρος της κοινωνας.